Extinction, by Thomas Bernhard, trans. David McLintock, The University of Chicago Press

What ghastly creatures rule Austria today! The lowest of the low are now on top. The basest, most revolting people are in power, busily engaged in destroying everything that means anything. Fanatical destroyers are at work, ruthless exploiters who have donned the mantle of socialism. The government operates a monstrous demolition plant that functions nonstop, destroying everything I hold dear. Our towns and cities have become unrecognizable, I said. Great tracts of our countryside have been despoiled. The most beautiful regions have fallen victim to the greed and power-lust of the new barbarians. Wherever there’s a beautiful tree it’s cut down, wherever there’s a fine old house it’s demolished, wherever a delightful brook runs down a hillside it’s ruined. Everything beautiful is trampled under foot. […] The obliterators are at work – the killers. We are up against obliterators and killers, who go about their murderous business everywhere. The obliterators and killers are killing and obliterating the towns, killing and obliterating the landscape. Sitting on their fat arses in thousands and hundreds of thousands of offices in every corner of the state, they think of nothing but obliteration and killing, of how to kill and obliterate everything between the Neusiedlersee and Lake Constance. Vienna has been almost done to death, and Salzburg – all these fine cities, which you don’t know but are actually among the most beautiful in the world. The landscape we see as we drive through Austria from Vienna has been almost totally killed and obliterated. One eyesore succeeds another, one monstrosity after another forces itself on our eyes. It’s become a perverse lie to say that Austria is a beautiful country. The truth is that the country was destroyed long ago, deliberately devastated and disfigured as a result of perfidious business deals, so that one is hard put to find a single unspoiled spot. It’s a lie to say that Austria is a beautiful country, because the truth is that the country has been murdered. […] The villages are unrecognizable when we revisit them after a number of years, and so are the inhabitants. What were these people like just a few years ago, and what are they like now? A chronic lack of character has taken hold of them like a deadly disease – greed, ruthlessness, depravity, mendacity, hypocrisy, baseness. They’ll do anything to achieve their base aims, and they employ the utmost ruthlessness in pursuing them. You enter these villages delighted at the prospect of seeing them again, but you soon turn your back on them, repelled by so much baseness. You visit those once beautiful towns and cities, but by the time you leave them you’re depressed by the crushing certainty that all these towns and cities are lost – disfigured and destroyed by the new barbarism. In order to find them you need to consult old books and engravings, for they have long since been obliterated by the reality of today. All those splendid houses in Upper Austria, in Salzburg, for instance, as well as in Lower Austria, have lost their faces. Their handsome centuries-old faces have been disfigured by today’s insane fashions. Everything beautiful has been ripped out, so that now, utterly mutilated, they stare scornfully at the horrified visitor who remembers them as they once were. Nothing but ruined facades. It’s as if all these towns and cities had been visited by a hideous plague, a deadly disease unknown to earlier times. What’s more whole sections of the towns have been eviscerated and mutilated. The surface of the earth has been disfigured by architects, egged on and abetted by cynical politicians. At first it seemed as thought our towns and our countryside had been ravaged by war, but they have suffered far greater ravages during the perverse peace that followed, thanks to the unscrupulous deals done by our rulers, and the activities of their henchmen, the architects, who were given unlimited license. And what havoc the architects have wrought in these decades! The destruction we suffered in the war is mild by comparison. And in no country has the work of destruction has been curried out with such horrendous efficiency as in Austria. Or so unscrupulously. The nation has been hoodwinked; the country and its cities have been mutilated and virtually obliterated, I said. For decades the utmost tastelessness has been preached and propagated. Amongst our rulers we have had so many unscrupulous profiteers, so many obliterators of our state, and hence our country, that it doesn’t bear thinking about; they all held on to their cabinet seats long enough to promote and carry through the destruction and annihilation of our landscape and our cities. But in a country where vulgarity and tastelessness prevail it’s no wonder that the results are so ubiquitously shattering. For while these people were in power, destroying, despoiling, and more or less obliterating the landscape and the cities, they were simultaneously destroying the nation’s soul, it’s whole mentality. The souls of my compatriots have been depraved, their characters vulgarized and debased. A malign atmosphere prevails everywhere. Wherever you go you come up against this malign and depraved mentality. You think you’re talking to a decent person – which he might have been once – only to discover he’s the lowest of the low. There’s been a universal character switch, the effect of which is that anyone who once was decent has been corrupted and reveals his depravity in every way, making to attempt to suppress it, but displaying it quite openly. You go into a village that you remember as friendly and welcoming, but you very soon discover that is has become malign and hostile and that you meet only with sullen suspicion. The whole of Austria has turned into an unscrupulous commercial concern in which everything is bargained for and everyone is defrauded. You think you are visiting a beautiful country, but in reality you’re visiting a monstrous business enterprise. […] From the very beginning you find yourself in a brainless atmosphere in which you can hardly breathe. […] You can’t imagine how repulsive it’s all become, how charmless. […] In no other country have they taken the brainless slogans of progress as seriously as in Austria, and thereby ruined everything. Everything brainless is taken seriously in Austria, in deadly earnest. […] I won’t go back to this country for a long time.

ΧΩΡΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ – Γιούλα Μπούνταλη – περιοδικό Μοτέρ, Σεπτέμβριος 2009

Μέρος του να ανήκεις σε µια οικογένεια είναι να συµµετέχεις στα µυστικά της. Είναι γεγονότα παλιά, που δεν γνωρίζεις αλλά που δεν έπαψαν στιγµή να υπάρχουν σιωπηρά γύρω σου όσο µεγάλωνες. Κάποια στιγµή, όµως, η σιωπή αυτή µπορεί να σπάσει και η αλήθεια να βγει στο φως. Στο σενάριο της Χώρας προέλευσης διασταυρώνονται δύο χρόνοι δράσης: στον πρώτο παρουσιάζονται τα γεγονότα που οδήγησαν µια γυναίκα να δώσει στον αδερφό της για υιοθεσία έναν από τους δυο γιους της, µε την ελπίδα ότι εκείνος µε τη γυναίκα του θα µπορούσαν να του προσφέρουν ένα καλύτερο µέλλον. Μετά την υιοθεσία το παιδί αυτό θα δει ελάχιστες φορές τη φυσική του µητέρα, θα γνωρίσει ελάχιστα τον µεγάλο του αδερφό και θα αγαπήσει σαν αδερφή του την πρώτη του ξαδέρφη. Ο δεύτερος χρόνος της ταινίας είναι το παρόν, 20 χρόνια µετά, όταν το γεγονός της υιοθεσίας αποκαλύπτεται και το βάρος του οικογενειακού µυστικού περνάει πλέον στα νεότερα µέλη της. Τα τρία παιδιά, ο Στέργιος, ο Θάνος και η Άννα πρέπει να παρακάµψουν όλα όσα έµαθαν µεγαλώνοντας, να γνωρίσουν από την αρχή τον εαυτό τους και να φτιάξουν µια νέα ζωή, πιο αληθινή µεταξύ τους. Μέρος του να έχεις µια πατρίδα, του να ζεις σε µια χώρα, είναι να µετέχεις στην ιστορία της. Είναι, όµως, κάποιες οικογένειες που ζητούν τόσα πολλά από τα µέλη τους που δεν τους αφήνουν δυνάµεις για να ζήσουν τίποτα έξω και πέρα από αυτές.

ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ – Σύλλας Τζουμέρκας / από περιοδικό ΜΟΤΕΡ, Ιούνιος 2009

Στο Λουλούδι της Σάρκας του Πωλ Βερχόφεν, ο Ρούτγκερ Χάουερ, νεαρός γλύπτης που έχει αναλάβει να φτιάξει ένα έργο για τον περίβολο ενός δημόσιου νοσοκομείου, πηγαίνει στα εγκαίνια του έργου του μαζί με τη φιλενάδα του, Μονίκ Φαν Ντεν Φεν. Είναι αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, και η κοπέλα φοράει ένα φόρεμα με τόσο βαθύ ντεκολτέ που το στήθος της έχει μισοβγεί έξω. Λίγο πριν βγει η βασίλισσα από το αυτοκίνητο, ο διευθυντής του νοσοκομείου προσέχει το θέμα στήθος, τρέχει πανικόβλητος και διατάζει τη μπάντα να σταθεί ακριβώς μπροστά από το ζευγάρι και τους τρεις μπράβους να τους κρατήσουν ακίνητους. Η βασίλισσα κατεβαίνει από το αμάξι, ένα υστερικό κορίτσι της δίνει μια ανθοδέσμη, κάνει τα αποκαλυπτήρια του έργου ενώ η μπάντα παίζει δυνατά κρύβοντας το ζευγάρι που οι μπράβοι τους κρατούν δεμένους πισθάγκωνα και φιμωμένους. Η βασίλισσα τελειώνει τη δουλειά της και φεύγει χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι τίποτα.Η ταινία είναι έναlovestory, το οποίο κάθε πέντε λεπτά με τον πιο αναρχικό τρόπο προσφέρει την απόλαυση τέτοιων σκηνών, κοροϊδεύοντας τους πάντες: τους αριστερούς, τους δεξιούς, τους εθνικιστές, τους οικογενειάρχες, τους αναρχικούς, τους μετανάστες, τους φοιτητές, του καλλιτέχνες, τους νέους, τους γέρους, τους μεσήλικες, τους παντρεμένους, τους ανύπαντρους, του παπάδες, τους εργάτες, τους μικροαστούς, τους πλούσιους. Για μένα αυτό είναι το πολιτικό: το μισανθρωπικό, το παθιασμένο, το αστείο, το σκληρό, το κυνικό, το ασυμβίβαστο, το ιστορικά πρωτότυπο, το ειρωνικό, το ελεύθερο συμβατικής πολιτικής. Γιατί εκατό φορές πιο διεισδυτικοί στην αληθινή, αντιφατική πραγματικότητα – και ακριβώς γι’ αυτό πιο πολιτικοί – είναι ο Ίστγουντ, ο Τρίερ, ο Πολάνσκι, ο Φόρμαν, ο Παζολίνι, ο Κεν Ράσσελ, ο Μάικ Λι, που δεν έχουν γυρίσει ούτε μια πολιτικώς ορθή πολιτική ταινία τύπου Κεν Λόουτς.

Στην Ελλάδα δεν γυρίζονται αυτές οι ταινίες, γιατί έχουμε σε όλη την κοινωνική ζωή, σε όλες τις πολιτικές παρατάξεις, μια πανίσχυρη κουλτούρα ψεύδους, που επιτάσσει μία από τις παραπάνω κατηγορίες ηλιθίων να τη γλείφεις. Όπου κουλτούρα ψεύδους, βλέπε πώς μας έχουν μάθει να ζούμε το καφενείο, η πρέφα, τα πάσης φύσεως σόγια και πανηγύρια, τα σχολικά και πανεπιστημιακά τρεντ, οι απανταχού κομματάρχες-υπεύθυνοι-ινστρούκτορες-εξεγερσάρχες, οι στρατιές Ελλήνων που ξέρουν καλά πως δεν πρέπει να μιλήσουν αν δεν είναι σίγουροι ότι αυτό που θα πουν θα είναι τόσο βαρετά politically correct που οι πέντε ή δέκα πίσω τους ή μπροστά τους θα τους χειροκροτήσουν αρκετά, ώστε μεθαύριο να βάλουν κι αυτοί κάτι στην τσέπη. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο στο σινεμά, κάνει μπαμ και στη λογοτεχνία. Πρέπει να τα βάλεις χοντρά με την κοινότητά σου για να γράψεις σαν τη Λέσσινγκ, τον Μπέρνχαρντ, τον Σίνγκερ, και εδώ κανείς μάλλον δεν έχει όρεξη για τέτοιες περιπέτειες.

THOMAS BERNHARD  – Αφανισμός (μια κατάρρευση) – εκδόσεις Εξάντας – μτφρ. Βασίλης Τομανας

Τι απαίσια πλάσματα έχουν σήμερα την εξουσία στην Αυστρία. Οι κατώτατοι βρίσκονται τώρα επάνω. Οι πιο αντιπαθητικοί και οι πιο ποταποί έχουν στο χέρι τα πάντα και πρόκειται να καταστρέψουν όλα όσα είναι κάτι. Παράφοροι καταστροφείς είναι επί το έργον, αδυσώπητοι εκμεταλλευτές που έχουν ενδυθεί τον μανδύα του σοσιαλισμού. Η κυβέρνηση κινητοποιεί μια τερατώδη μηχανή εκμηδένισης, που καθημερινά εκμηδενίζει όλα όσα μου είναι αγαπητά. Οι πόλεις μας είναι αγνώριστες, έλεγα, το τοπίο μας έχει γίνει σε μεγάλη έκταση ανυπόληπτο. Οι ωραιότερες περιοχές έχουν πέσει θύματα της απληστίας των νεοβάρβαρων για χρήμα  και εξουσία, όπου στέκει ένα ωραίο δέντρο το κόβουν, όπου στέκει ένα έξοχο παλιό κτίριο, το ισοπεδώνουν, όπου ένα ρυάκι κυλά στην κοιλάδα, το καταστρέφουν, όπως γενικά κάθετι ωραίο το τσαλαπατούν. […]  Οι αφανιστές είναι επί το έργον, οι φονιάδες. Έχουνμε να κάνουμε με αφανιστές και με φονιάδες, που παντού εκτελούν το φονικό τους έργο. Οι αφανιστές και οι φονιάδες σκοτώνουν τις πόλεις και τις αφανίζουν και σκοτώνουν το τοπίο και το σβήνουν. Κάθονται με τους χοντρούς τους κώλους στις χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες γραφεία σε όλες τις γωνιές του κράτους και δεν έχουν στο μυαλό τους τίποτε άλλο παρά τον αφανισμό και τον σκοτωμό, δεν σκέφτονται τίποτε άλλο παρά πώς να αφανίσουν και να σκοτώσουν όλα όσα βρίσκονται ανάμεσα στη Ντόιζιντλερζέε και την Μπόντενζέε. Η Βιέννη είναι ήδη σχεδόν σκοτωμένη, το Ζάλτσμπουργκ, όλες αυτές οι υπέροχες πόλεις. Το τοπίο που βλέπουμε σήμερα διασχίζοντας από τη Βιέννη την Αυστρία, είναι κι αυτό σχεδόν τελείως σκοτωμένο και αφανισμένο, η μία αηδία διαδέχεται την άλλη, μια απαίσια εικόνα μετά την άλλη σέρνεται μπροστά στα μάτια μας όταν ταξιδεύουμε, και είναι ήδη διεστραμμένο ψέμα να μιλάμε για την Αυστρία ως ωραία χώρα, αληθινά είναι πια από καιρό μόνο μια καταστραμμένη, κακόβουλα ερημωμένη και ασχημισμένη χώρα, που έπεσε θύμα άτιμων συναλλαγών, στην οποία πραγματικά δυσκολεύεσαι ήδη να βρεις μια άβλαπτη γωνία. Είναι ψέμα να λέμε ότι αυτή η χώρα είναι ωραία χώρα, γιατί αληθινά είναι σκοτωμένη. […] Τα χωριά είναι πια αγνώριστα, άμα τα επισκεφτείς μετά από χρόνια, το ίδιο και οι άνθρωποι που κατοικούν αυτά τα χωριά. Τι είναι αυτοί οι άνθρωποι σήμερα που τα κατοικούν; Τον καθένα τους τον έχει αδράξει γερά η έλλειψη χαρακτήρα σαν θανάσιμη αρρώστια, η απληστία, η ανοικτιρμοσύνη, η ατιμία, το ψέμα, η υποκρισία, η χαμέρπεια. Οι άνθρωποι αυτοί σήμερα κάνουν τα πάντα για να επιβάλουν με τη μεγαλύτερη ανοικτιρμοσύνη τη χαμέρπειά τους. Μπαίνετε σε αυτά τα χωριά με τη μεγαλύτερη χαρά που ξαναβλέπετε κάτι γνώριμο, και σύντομα γυρνάτε την πλάτη, αποδιωγμένοι από την τόση ποταπότητα. Επισκέπτεστε όλες αυτές τις κάποτε ωραίες πόλεις και σας αποκαρδιώνουν, με ταπεινωμένο βλέμμα πια τις αφήνετε, βέβαιοι πως είναι χαμένες. Το αντιπνεύμα τής σήμερον τις έχει ασχημύνει, τις έχει εκμηδενίσει, για να τις βρείτε, πρέπει να ψάξετε στα παλιά βιβλία, στα παλιά κατάστιχα, η πραγματικότητα τις έχει αφανίσει από καιρό. Όλα αυτά τα υπέροχα σπίτια στην Ανω Αυστρία, λόγου χάρη, στο Ζάλτσμπουργκ, στην Κάτω Αυστρία, έχουν χάσει το πρόσωπό τους, οι άνθρωποι, μες στην τυφλή τους μανία με τη μόδα έχουν σακατέψει αυτά τα από αιώνες υπέροχα πρόσωπα, έχουν ξεριζώσει από αυτά όλα όσα ήταν πάνω τους ωραία, εντελώς σακατεμένα παρουσιάζονται λίγο πολύ χλευαστικά στον τρομαγμένο, που είχε ακόμα στο μυαλό του το αρχικό τους πρόσωπο. Αγρίως καταστρεμμένες προσόψεις, σαν να έπληξε όλες αυτές τις πόλεις μια φοβερή λέπρα, μια θανάσιμη λέπρα, που δεν ήταν γνωστή μέχρι τώρα. Από την άλλη, έχουν απλούστατα ξεκοιλιάσει ολόκληρα κομμάτια πόλεων και τις έχουν παντοτινά σακατέψει, καταστρέψει. Οι αρχιτέκτονες έχουνε ασχημύνει την επιφάνεια της γης μας, οι αρχιτέκτονες που τους έχουν κεντρίσει και ύπουλα διορίσει οι ανοικτίρμονες πολιτικοί. Στην αρχή φάνηκε σαν να είχε καταστρέψει ο πόλεμος τις πόλεις και τα τοπία μας, μα με πολύ μεγαλύτερη ασυνειδησία τις έχουν καταστρέψει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες αυτή η διεστραμμένη ειρήνη, η ανενδοίαστη επιχειρηματική δραστηριότητα των ισχυρών, που έδωσαν το ελεύθερο στους αρχιτέκτονες, στους αχρείους φονιάδες τους. Και πώς έχουν φρενιάσει οι αρχιτέκτονες κατά τις δεκαετίες αυτές. Και σε καμιά χώρα δεν έχει πραγματοποιηθεί η καταστροφή τόσο τρομακτικά όπως στην Αυστρία. Ούτε σε μία και μοναδική χώρα της Ευρώπης με τόση ατιμία. Θεώρησαν τον λαό κουτό και σακάτεψαν και λίγο πολύ αφάνισαν τη χώρα του και τις πόλεις του. Επι δεκαετίες κήρυσσαν και επέβαλλαν τη μεγαλύτερη ακαλαισθησία. Είχαμε και τις περασμένες δεκαετίες τόσο πολλούς ποταπούς και ανενδοίαστα επιχειρηματίες υπουργούς, που έμειναν τόσο πολύ στις υπουργικές καρέκλες τους, ώσπου επεβλήθηκε και πραγματοποιήθηκε η καταστροφή και η εκμηδένιση του τόπου μας και των πόλεών μας, κι αυτό δεν επιτρεπόταν ούτε να το σκεφτούμε. Μα σε μια χώρα στην οποία από δεκαετίες κυβερνούν εμφατικά η ποταπότητα και η ακαλαισθησία δεν είναι να απορούμε που έχουμε τώρα και τέτοιο συντρηπτικό αποτέλεσμα σε όλους τους τομείς. Γιατί τον ίδιο καιρό κατά τον οποίο αυτοί οι άνθρωποι ως ισχυροί κατέστρεψαν και ρήμαξαν το τοπίο και τις πόλεις και λίγο πολύ τις αφάνισαν, κατέστρεψαν και την ψυχή αυτού του λαού και τον χαρακτήρα του. Η ψυχή των συμπατριωτών μου έχει ρημαχτεί, ο χαρακτήρας τους έχει γίνει χαμερπής και ποταπός, παντού επικρατεί μόνο μια κακοήθης ατμόσφαιρα, όπου κι αν πάτε, βρίσκεστε αντιμέτωποι με αυτόν τον κακοήθη και ποταπό χαρακτήρα. Πιστεύετε ότι μιλάτε με έναν καλό άνθρωπο, και διαπιστώνετε ότι πρόκειται για τον ποταπότερο, γιατί ο καλός άνθρωπος έχει γίνει στο μεταξύ σε συμφωνία προς τη γενική μεταστροφή του χαρακτήρα, ποταπός και χαμερπής, που σου δίνει να καταλάβεις στο καθετί την ποταπότητα και τη χαμέρπειά του, και ούτε καν την κρύβει την ποταπότητα και τη χαμέρπεια, παρά στις επιδεικνύει τελείως ανοιχτά. Μπαίνετε σε ένα χωριό που το θυμόσασταν φιλικό και ανοιχτόκαρδο, και βλέπετε ότι έχει γίνει στο μεταξύ κακόβουλο, δεν ανοίγει καθόλου την καρδιά του, μόνο δείχνει μια κακόβουλη καχυποψία. Όλη η Αυστρία έχει γίνει μια ανενδοίαστη επιχείρηση, όπου όλο παζαρεύονται και ο καθένας τα αποσπά όλα με απάτη Πιστεύετε ότι ταξιδεύετε σε μια ωραία χώρα και ταξιδεύετε αληθινά και πραγματικά σε ένα διεστραμμένα διοικούμενο επιχειρηματικό οίκο. […] Μια αμβλύνους ατμόσφαιρα σας δυσκολεύει από την αρχή να ανασάνετε. […] Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο βδελυρά και ακαλαίσθητα έχουν γίνει όλα αυτά. Σε καμιά άλλη χώρα δεν έχουν πάρει τόσο πολύ στα σοβαρά τα αμβλύνοα συνθήματα περί προόδου όσο στην Αυστρία και μ’ αυτά έχουν καταστρέψει τα πάντα. Όπως πάντα στην Αυστρία έπαιρναν στα σοβαρά όλες τις βλακείες, θανάσιμα στα σοβαρά. Στη χώρα αυτή θα κάνω πολύ καιρό να ξαναγυρίσω.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: